Εκτός εσένα
Μέρες που μου λείπεις και πιο πολύ μου λείπω εγώ μαζί σου ενώ ανακουφίζομαι στο τέλος μου. Πίνοντας, καπνίζοντας και φαίνεται είναι πολλοί σαν εμένα. Μας χωράει όλους το βράδυ σήμερα εκτός εσένα.
Ημερολογιακά ποιήματα.
Σκάβωντας αβυσσαλέα αισθήματα.
Μέρες που μου λείπεις και πιο πολύ μου λείπω εγώ μαζί σου ενώ ανακουφίζομαι στο τέλος μου. Πίνοντας, καπνίζοντας και φαίνεται είναι πολλοί σαν εμένα. Μας χωράει όλους το βράδυ σήμερα εκτός εσένα.
Ο πόνος είναι παντού.
Σε κάθε δέντρο που ανθίζει, είτε αμυγδαλιά, είτε πεύκο. Οσο όμορφο κι αν είναι στην όψη δεν παύει να σφαδάζει και να ουρλιάζει καθώς αναδιπλώνεται. Δεν παύουν τα κόκκαλα του να τρίζουν και να φωνάζουν να μην μεγαλώσουν άλλο σαν κόκκαλο παιδιού που είναι η χειρότερη του έγνοια. Ο αγέρας να σπρώχνει από κάθε πλευρά τις άμοιρες φυλλωσιές που δίχως άλλο κουνιούντε στην μουσική του. Δεν παύει το χώμα κάτω από τα πόδια του να είναι στεγνό και να αφυδατώνεται και όσο το ακουμπάω να καταλαβαίνω πόσο ξερό μπορεί να είναι κάτι.
Εκεί που έχω δίπλα διαβόλους να μου λένε κοίτα την ομορφιά της αμυγδαλιάς κοίτα τα χρώματα της, εκεί καταλαβαίνω πως η αμυγδαλιά μπροστά μου δεν σηκώνει κοπλιμέντα αλλά μόνο κραυγάζει για βοήθεια στον απόηχο της πνιγμένης επιμήκυνσης της. Οι διάβολοι όμως μόνο την κοιτάνε ενώ αυτή φθείρεται.
Ο πόνος είναι παντού
Σε κάθε πουλί που πετάει, είτε χελιδόνι, είτε σπουργίτι. Σύμβολα της ελευθερίας που φυλακίζοντε στο ίδιο τους το σώμα σαν βρέξει. Σύμβολα - είδωλα ανθρώπινα που δεν σκέφτοντε τι τους επιφυλάσει το φτερούγισμα τους στον άδικο προσανατολισμό τους. Τα νεκρά τους μάτια υποδουλώνουν τη φυλακή της ελευθερίας και του ταξιδιού τους του ατελείωτου. Με δύο σπόρια δείξανε την πυγμή τους μέχρι που έφαγε τα περισσότερα το κουτσότερο, το παλαιότερο και δεν ήξερε ούτε αυτό αν χόρτασε. Δίχως τύψεις που περπατάνε αντί για να πετάνε διδάσκουν μάθηματα ταπεινότητας στους τεμπέληδες χωρίς να το υποψιαστούν ποτέ.
Οι τεμπέληδες τριγύρω με τον ουρανό στο μυαλό, αγνοώντας πόσο κρύος ή ζεστός είναι, αγνοώντας το νόημα, θέλουν να πετάξουν. Ενώ χάζευα τη βασανιστική φυλακή των ειδόλων και αγανακτούσα μέσα μου πως το μέγεθος των φτερών είναι αντίστοιχο της μείζουσας νοημοσύνης. Ασε τους να κοιτάνε και να ονειρεύοντε και τα σπουργίτια να ονειρεύοντε και να τους κοιτάνε.
Όσα αγάπησα δεν με αγαπήσανε πίσω αλλά όσα πόνεσα, πονέσανε για μένα.
Στάθηκα στην πλάτη σου και στο στήθος σου.
Στάθηκα στον ώμο σου. Σε περιτρυγίρισα σα θήραμα.
Το μόνο που ήθελα ήταν να σου δείξω την αγάπη μου.
Μα δεν άφησα κομμάτι σου να αγαπήσω, σε σύνθλιψα από το βάρος μου.
Τώρα που το βάρος μου σε έκανε μικρό, βλέπω πως χρειάζομαι κάτι μεγαλύτερο να αγαπήσω
Σάλταρα από γκρεμούς και οροφές κάστρων φτιαγμένα από φαντάσματα.
Οχυρωμένα κάστρα και γκρεμούς απύθμενους, εκεί πήδηξα.
Τι βρίσκεις σε αυτό το μαύρο και ποιό άσπρο είναι ικανό να σε αναζωπυρώσει;
Σε αβύσσους τη μία μετά την άλλη σα σπιρωειδής γαλαξίες με τραβήξανε οι φρίκες μου και παραμένω να πέφτω και παραμένω να στοιχειώνομαι.
Ώσπου να σιωπήσω τη δύναμη μου, ώσπου τότε θα φωνάζω μέσα από τα κελιά του κάστρου και θα φωνάζω ενώ πέφτω όλο και πιο βαθιά.
Κανείς δεν με είδε ποτέ, ούτε θα με δει ξανά και άσε τους να ζούνε με τα πράγματα μου.

Κάθε φορά που σε βλέπω παρατηρώ κάτι καινούριο πάνω σου.
Είσαι τόσο περίπλοκη που δεν θα σε χορτάσω ποτέ.
Γαμώτο και πως γίνεται ό,τι βλέπω σε σένα να είναι ότι πιο όμορφο έχω δει.
Δίνεις ομορφιά στα πάντα και νιώθω τόσο μικρός και άσχημος μπροστά σου.
Σε ντρέπομαι και θέλω να είμαι αιώνιος προστάτης σου.
Να μη χαθεί ποτέ αυτό το διαμάντι που μου χαρίστηκε.
Ταριχευμένος και εγώ τρέχω να προφτάσω κάτι που δεν το φτάνω. Προφταίνω ίσα-ίσα να χαρώ μία τελευταία φορά και είναι και αυτό ψέμα. Ηχηρό ψέμα της ανηδονίας.
Έβρισα και ήπια τα συκώτια μου και το ευχαριστιέμαι. Πρόφτασα, πρόφτασα την καταστροφή μου. Στα μούτρα σου ανηδονία, έχω και εγώ φωνή.
Κάτι σαν λύπη, κάτι από μέσα μου να λείπει. Επικηρυγμένος από το σύμπαν.
Μελαγχολία δεν θέλω και λύπη, την αποφεύγω. Το μαύρο εξουσιαστικό, ντροπιαστικό και επιβεβλημένο συντροφεύει τη σκέψη μα στενοχώρια δεν το ονομάζω. Μαύρο με κανέλα και πιπέρι λέγεται και είναι πρωινό και γεύμα.
Διαταράσωντας την ψυχή μου ξανά με καθώς πρέπει φρίκες, ικανοποιώντας ένα δαίμονα ακατανόμαστο που μέσα μου τον έχω.
Με τα ξενύχτια κανείς δεν ξέκανε την πολύωρη μουσική της ζωης του. Μα με τα λούκια που ρουφάνε το μυαλό και καταλήγουν στο σώμα καταφέραμε πολύ να ζήσουμε τη νύχτα ενώ η μουσική έπαιζε ικανοποιητικά.